Πριν από μιάμιση δεκαετία, το περιοδικό Time επέλεξε «Τον Διαδηλωτή» σαν το Πρόσωπο της Χρονιάς. Από την Καλιφόρνια μέχρι το Κάιρο, το εβδομαδιαίο περιοδικό παρουσίασε περισσότερους από 100 συμμετέχοντες σε δημόσιες διαδηλώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του 2011: ένας εικονιζόταν να φορά μια μαύρη-πορτοκαλί αντιασφυξιογόνο μάσκα, ενώ από έναν άλλον, που μιλούσε αραβικά, το περιοδικό διέκρινε τις λέξεις "Facebook" και "Twitter".
Όλοι μαζί συνέθεσαν το σύνολο που αναδείχθηκε σε ήρωα της χρονιάς.
Σήμερα, η επιλογή του Time φαντάζει ταυτόχρονα επίκαιρη και απομακρυσμένη. Καθώς ένα νέο κύμα διαμαρτυρίας συγκλονίζει τη Δύση, ελάχιστα στοιχεία από τον ρομαντισμό του περιοδικού για τη δημόσια εξέγερση έχουν απομείνει. Η απόγνωση, και όχι ο εορτασμός, κυριαρχεί πλέον στη διάθεση με την οποία οι δυτικοί σχολιαστές προσεγγίζουν τις διαδηλώσεις, καθώς νεότεροι πολίτες βγαίνουν στους δρόμους σε όλη την Ευρώπη.
Αν και γεωγραφικά διασκορπισμένα, τα τρέχοντα κύματα διαμαρτυρίας παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη συγχρονικότητα. Στη Γαλλία, οι φοιτητικές διαδηλώσεις έχουν δώσει τη θέση τους σε πιο βίαιες εξεγέρσεις, ενώ νέοι έχουν καταλάβει πλατείες στη Μαδρίτη και τη Λισαβόνα. Στην Αλβανία, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας πυρπολήθηκε από αντικυβερνητικούς διαδηλωτές, ενώ σε ιταλικές πόλεις η αστυνομία προετοιμάστηκε για συγκρούσεις με διαδηλωτές.
Σε αντίθεση με τους «αγανακτισμένους» πολίτες που παρουσίασε το Time το 2011, οι σημερινοί διαδηλωτές δεν εντάσσονται εύκολα σε συγκεκριμένες πολιτικές κατηγορίες. Στην Αριστερά, οι διοργανωτές έχουν πάρει αποστάσεις από εκείνους που κατέλαβαν τις πορείες διαμαρτυρίας, προβαίνοντας σε αδιακρίτως λεηλασίες. Στη Δεξιά, σχολιαστές παρουσιάζουν τους διαδηλωτές ως εξτρεμιστές ή ως νέους με μεταναστευτικό υπόβαθρο, οι οποίοι φέρονται να έχουν ως στόχο την κατάλυση της Δύσης - καταστρέφοντας, ας πούμε, ένα κατάστημα ειδών πολυτελείας τη φορά.
Σε αντίθεση με τους «αγανακτισμένους» πολίτες που παρουσίασε το Time το 2011, οι σημερινοί διαδηλωτές δεν εντάσσονται εύκολα σε συγκεκριμένες πολιτικές κατηγορίες. Στην Αριστερά, οι διοργανωτές έχουν πάρει αποστάσεις από εκείνους που κατέλαβαν τις πορείες διαμαρτυρίας, προβαίνοντας σε αδιακρίτως λεηλασίες. Στη Δεξιά, σχολιαστές παρουσιάζουν τους διαδηλωτές ως εξτρεμιστές ή ως νέους με μεταναστευτικό υπόβαθρο, οι οποίοι φέρονται να έχουν ως στόχο την κατάλυση της Δύσης - καταστρέφοντας, ας πούμε, ένα κατάστημα ειδών πολυτελείας τη φορά.
Αυτές οι ερμηνείες δοκιμάζουν τα όρια της λογικής. Αντιθέτως, οι διαδηλώσεις εμφανίζονται σαν μια απολύτως σύγχρονη μορφή ανεπίσημης πολιτικής, χαρακτηριστική της εποχής μας, η οποία διακατέχεται από έντονη πολιτικοποίηση.
Ανθεκτικές σε κάθε προσπάθεια πολιτικής εργαλειοποίησης - είτε από την Αριστερά είτε από τη Δεξιά -, οι διαδηλώσεις αυτές εκφράζουν ένα αίσθημα ματαιότητας που βιώνει μια ολόκληρη γενιά. Οι κινητοποιήσεις έχουν φέρει την Ευρώπη σε κατάσταση εγρήγορσης. Ωστόσο, δεδομένων των συνθηκών που τις πυροδοτούν, φαίνεται πως είναι μοιραίο να επαναληφθούν.
Λίγους μήνες αφού το Time ανέδειξε το Πρόσωπο της Χρονιάς, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Βόλφγκανγκ Στρεκ (Wolfgang Streeck) έδωσε μια διάλεξη στη Φρανκφούρτη σχετικά με αυτό που ονόμασε «καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού». Στην ομιλία του, περιέγραψε μια βαθιά δυσλειτουργία. Με φόντο την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, υποστήριξε ο κ. Streeck, οι κυβερνήσεις βρέθηκαν εγκλωβισμένες ανάμεσα στα οδοφράγματα και την αγορά ομολόγων, χωρίς να διαφαίνεται κάποια αποτελεσματική λύση.
Η διάγνωση του κ. Streeck παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη και το 2026. Αν μη τι άλλο, η κρίση που εντόπισε φαίνεται να έχει βαθύνει ακόμη περισσότερο. Μετά από μια περίοδο χαλαρότερης νομισματικής πολιτικής κατά τη δεκαετία του 2010, τα επιτόκια στη Δύση ανεβαίνουν ξανά, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις. Οι Ευρωπαίοι, που προσδοκούν αυξημένες δημόσιες δαπάνες και καλύτερες υπηρεσίες, είναι πιθανό να απογοητευτούν. Η λιτότητα - η οποία άλλωστε δεν τερματίστηκε ποτέ πλήρως - αναμένεται να επιστρέψει δριμύτερη.
Στην πραγματικότητα, στο «φορτίο» που περιέγραψε ο κ. Streeck έχουν προστεθεί πλέον νέες πιέσεις. Το 2011, τα ευρωπαϊκά κράτη δε δέχονταν ακόμη πιέσεις για την εξεύρεση πόρων με σκοπό τον επανεξοπλισμό, ενώ οι εχθροπραξίες στην Ουκρανία απείχαν ακόμη τρία χρόνια. Ένας ισραηλινο-αμερικανικός πόλεμος κατά του Ιράν - με όλες τις πληθωριστικές του συνέπειες - φάνταζε τότε σαν ένα δυσοίωνο, αλλά απομακρυσμένο σενάριο. Οι κλιματικές κρίσεις και ο ανταγωνισμός από την Κίνα έμοιαζαν περισσότερο με αναδυόμενες παρά με άμεσες απειλές. Αυτό που ο ιστορικός Adam Tooze αποκάλεσε «πολυκρίση» - δηλαδή το πλέγμα των αλληλεπικαλυπτόμενων κρίσεων που ταλανίζουν σήμερα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες - δεν είχε ακόμη εκδηλωθεί πλήρως.
Έχει αλλάξει, επίσης, και το ρεπερτόριο των διαμαρτυριών. Το 2011, οι ένθερμοι υποστηρικτές των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τις εξεγέρσεις στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική σαν «επαναστάσεις του Facebook», ερμηνεύοντάς τις ως κατά βάση ψηφιακές εξεγέρσεις.
Ο χαρακτηρισμός αυτός φάνταζε τότε επιφανειακός - περισσότερο ένα τέχνασμα μάρκετινγκ από την πλευρά των εταιρειών τεχνολογίας, που επιδίωκαν να προβάλουν τα «δημοκρατικά διαπιστευτήριά» τους, παρά μια ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας. Κυρίως, όμως, ο όρος αυτός επισκίαζε το γεγονός ότι τα συνδικάτα και τα δίκτυα γειτονιάς έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση του κόσμου, όσο και οι ψηφιακές πλατφόρμες.
Σήμερα, ο χαρακτηρισμός αυτός μοιάζει λιγότερο επιφανειακός. Το αριστερό κόμμα του Jean-Luc Mélenchon, «Ανυπότακτη Γαλλία» ("France Unbowed"), κατάφερε να κινητοποιήσει δεκάδες χιλιάδες μαθητές και εκπαιδευτικούς, οδηγώντας σε παράλυση το σύστημα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα. Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος των διαμαρτυριών ξεκίνησε εκτός των επίσημων δομών της Αριστεράς - πυροδοτήθηκε μέσω του TikTok ή εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων. Το ίδιο συμβαίνει και στις Βρυξέλλες, όπου τα συνδικαλιστικά στελέχη δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τα διαδικτυακά καλέσματα για συγκεντρώσεις. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η τρέχουσα γενιά διαδηλωτών είναι «ιθαγενής» - και όχι αρχάρια - σε αυτές τις πλατφόρμες, καθώς έχει μεγαλώσει μέσα στο κοινωνικό διαδίκτυο.
Έτσι πολλοί από τους διαδηλωτές δρουν εκτός του πεδίου ελέγχου των παραδοσιακών οργανώσεων, όπως τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα. Αυτό αναμφίβολα προσδίδει στις διαδηλώσεις ζωντάνια και μεγάλη κλίμακα, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί σε έλλειψη πειθαρχίας. Για τους εξωτερικούς παρατηρητές, είναι πιο δύσκολο να διακρίνουν ποιοι συμμετέχουν και ποιοι όχι - κάτι που είναι αναμενόμενο σε κινήματα με πλήρως αποκεντρωμένη δομή. Ακόμη και πιο συγκροτημένες ομάδες, όπως τα «Κίτρινα Γιλέκα» στη Γαλλία - τα οποία συμμετείχαν στις διαδηλώσεις -, παρουσιάζουν χαλαρότητα στον τρόπο λειτουργίας τους.
Η στροφή προς τις ταραχές και τις λεηλασίες, επιπλέον, υποδηλώνουν στόχους που δεν έχουν σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα ή τις δημόσιες παροχές. Για αναλυτές όπως ο Ιβάν Κράστεφ, το υπόβαθρο αυτών των εξεγέρσεων είναι μια ευρύτερη αίσθηση έλλειψης μέλλοντος - μια αίσθηση που διαφαίνεται επίσης στις ανησυχίες που επικρατούν στην ευρωπαϊκή ήπειρο σχετικά με τη μετανάστευση και τη δημογραφική παρακμή. Σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο, οι ταραχές εκφράζουν μια νοοτροπία «μηδενικού αθροίσματος», όπου οι συμμετέχοντες θεωρούν απίθανη τη δημιουργία μιας διαρκούς συλλογικής δύναμης και πιστεύουν ότι η άμεση δράση προσφέρει περισσότερες προοπτικές.
Αυτή η απελπισία εντείνεται από μια αγορά εργασίας όπου τα πτυχία μοιάζουν πλέον χωρίς νόημα, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη πρόκειται να ανατρέψει ριζικά τη δομή της επαγγελματικής ζωής στην Ευρώπη.
Ενώ οι μαζικές κινητοποιήσεις του 20ού αιώνα εμπεριείχαν μια ελπιδοφόρα προοπτική για το μέλλον, ο χρονικός ορίζοντας των σύγχρονων διαμαρτυριών έχει περιοριστεί σε πιο άμεσους στόχους: αυξημένη χρηματοδότηση, αρπαγή αγαθών. "Tout comprendre, c’est tout pardonner" («Το να κατανοείς τα πάντα σημαίνει να συγχωρείς τα πάντα»), όπως λένε οι Γάλλοι. Ωστόσο, μπροστά σε τόσο ζοφερές προοπτικές, είναι δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς τον νεανικό μηδενισμό σαν παράλογο.
Οι πολιτικές προβλέψεις έχουν πάντα μια δόση αστρολογίας. Ακόμη κι αν είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα σενάριο τύπου Σερβίας, οι τρέχουσες αναταράξεις στην Ευρώπη θα έχουν αναμφίβολα βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις - ίσως ωθώντας τη γαλλική κοινή γνώμη προς τα δεξιά ή στρέφοντας τους Ισπανούς ψηφοφόρους προς τα αριστερά. Όποιες κι αν είναι όμως οι συνέπειες αυτών των διαμαρτυριών στο επίπεδο της θεσμικής πολιτικής, οι βαθύτερες αιτίες τους - η δημοσιονομική λιτότητα, η ψηφιακή εντροπία, το πένθος για ένα μέλλον που έχει ακυρωθεί - είναι απίθανο να υποχωρήσουν.
Και είναι εξίσου δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα υποχωρήσουν οι ίδιοι οι διαδηλωτές.
Ανθεκτικές σε κάθε προσπάθεια πολιτικής εργαλειοποίησης - είτε από την Αριστερά είτε από τη Δεξιά -, οι διαδηλώσεις αυτές εκφράζουν ένα αίσθημα ματαιότητας που βιώνει μια ολόκληρη γενιά. Οι κινητοποιήσεις έχουν φέρει την Ευρώπη σε κατάσταση εγρήγορσης. Ωστόσο, δεδομένων των συνθηκών που τις πυροδοτούν, φαίνεται πως είναι μοιραίο να επαναληφθούν.
Λίγους μήνες αφού το Time ανέδειξε το Πρόσωπο της Χρονιάς, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Βόλφγκανγκ Στρεκ (Wolfgang Streeck) έδωσε μια διάλεξη στη Φρανκφούρτη σχετικά με αυτό που ονόμασε «καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού». Στην ομιλία του, περιέγραψε μια βαθιά δυσλειτουργία. Με φόντο την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, υποστήριξε ο κ. Streeck, οι κυβερνήσεις βρέθηκαν εγκλωβισμένες ανάμεσα στα οδοφράγματα και την αγορά ομολόγων, χωρίς να διαφαίνεται κάποια αποτελεσματική λύση.
Η διάγνωση του κ. Streeck παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη και το 2026. Αν μη τι άλλο, η κρίση που εντόπισε φαίνεται να έχει βαθύνει ακόμη περισσότερο. Μετά από μια περίοδο χαλαρότερης νομισματικής πολιτικής κατά τη δεκαετία του 2010, τα επιτόκια στη Δύση ανεβαίνουν ξανά, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις. Οι Ευρωπαίοι, που προσδοκούν αυξημένες δημόσιες δαπάνες και καλύτερες υπηρεσίες, είναι πιθανό να απογοητευτούν. Η λιτότητα - η οποία άλλωστε δεν τερματίστηκε ποτέ πλήρως - αναμένεται να επιστρέψει δριμύτερη.
Στην πραγματικότητα, στο «φορτίο» που περιέγραψε ο κ. Streeck έχουν προστεθεί πλέον νέες πιέσεις. Το 2011, τα ευρωπαϊκά κράτη δε δέχονταν ακόμη πιέσεις για την εξεύρεση πόρων με σκοπό τον επανεξοπλισμό, ενώ οι εχθροπραξίες στην Ουκρανία απείχαν ακόμη τρία χρόνια. Ένας ισραηλινο-αμερικανικός πόλεμος κατά του Ιράν - με όλες τις πληθωριστικές του συνέπειες - φάνταζε τότε σαν ένα δυσοίωνο, αλλά απομακρυσμένο σενάριο. Οι κλιματικές κρίσεις και ο ανταγωνισμός από την Κίνα έμοιαζαν περισσότερο με αναδυόμενες παρά με άμεσες απειλές. Αυτό που ο ιστορικός Adam Tooze αποκάλεσε «πολυκρίση» - δηλαδή το πλέγμα των αλληλεπικαλυπτόμενων κρίσεων που ταλανίζουν σήμερα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες - δεν είχε ακόμη εκδηλωθεί πλήρως.
Έχει αλλάξει, επίσης, και το ρεπερτόριο των διαμαρτυριών. Το 2011, οι ένθερμοι υποστηρικτές των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τις εξεγέρσεις στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική σαν «επαναστάσεις του Facebook», ερμηνεύοντάς τις ως κατά βάση ψηφιακές εξεγέρσεις.
Ο χαρακτηρισμός αυτός φάνταζε τότε επιφανειακός - περισσότερο ένα τέχνασμα μάρκετινγκ από την πλευρά των εταιρειών τεχνολογίας, που επιδίωκαν να προβάλουν τα «δημοκρατικά διαπιστευτήριά» τους, παρά μια ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας. Κυρίως, όμως, ο όρος αυτός επισκίαζε το γεγονός ότι τα συνδικάτα και τα δίκτυα γειτονιάς έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση του κόσμου, όσο και οι ψηφιακές πλατφόρμες.
Σήμερα, ο χαρακτηρισμός αυτός μοιάζει λιγότερο επιφανειακός. Το αριστερό κόμμα του Jean-Luc Mélenchon, «Ανυπότακτη Γαλλία» ("France Unbowed"), κατάφερε να κινητοποιήσει δεκάδες χιλιάδες μαθητές και εκπαιδευτικούς, οδηγώντας σε παράλυση το σύστημα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα. Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος των διαμαρτυριών ξεκίνησε εκτός των επίσημων δομών της Αριστεράς - πυροδοτήθηκε μέσω του TikTok ή εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων. Το ίδιο συμβαίνει και στις Βρυξέλλες, όπου τα συνδικαλιστικά στελέχη δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τα διαδικτυακά καλέσματα για συγκεντρώσεις. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η τρέχουσα γενιά διαδηλωτών είναι «ιθαγενής» - και όχι αρχάρια - σε αυτές τις πλατφόρμες, καθώς έχει μεγαλώσει μέσα στο κοινωνικό διαδίκτυο.
Έτσι πολλοί από τους διαδηλωτές δρουν εκτός του πεδίου ελέγχου των παραδοσιακών οργανώσεων, όπως τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα. Αυτό αναμφίβολα προσδίδει στις διαδηλώσεις ζωντάνια και μεγάλη κλίμακα, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί σε έλλειψη πειθαρχίας. Για τους εξωτερικούς παρατηρητές, είναι πιο δύσκολο να διακρίνουν ποιοι συμμετέχουν και ποιοι όχι - κάτι που είναι αναμενόμενο σε κινήματα με πλήρως αποκεντρωμένη δομή. Ακόμη και πιο συγκροτημένες ομάδες, όπως τα «Κίτρινα Γιλέκα» στη Γαλλία - τα οποία συμμετείχαν στις διαδηλώσεις -, παρουσιάζουν χαλαρότητα στον τρόπο λειτουργίας τους.
Η στροφή προς τις ταραχές και τις λεηλασίες, επιπλέον, υποδηλώνουν στόχους που δεν έχουν σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα ή τις δημόσιες παροχές. Για αναλυτές όπως ο Ιβάν Κράστεφ, το υπόβαθρο αυτών των εξεγέρσεων είναι μια ευρύτερη αίσθηση έλλειψης μέλλοντος - μια αίσθηση που διαφαίνεται επίσης στις ανησυχίες που επικρατούν στην ευρωπαϊκή ήπειρο σχετικά με τη μετανάστευση και τη δημογραφική παρακμή. Σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο, οι ταραχές εκφράζουν μια νοοτροπία «μηδενικού αθροίσματος», όπου οι συμμετέχοντες θεωρούν απίθανη τη δημιουργία μιας διαρκούς συλλογικής δύναμης και πιστεύουν ότι η άμεση δράση προσφέρει περισσότερες προοπτικές.
Αυτή η απελπισία εντείνεται από μια αγορά εργασίας όπου τα πτυχία μοιάζουν πλέον χωρίς νόημα, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη πρόκειται να ανατρέψει ριζικά τη δομή της επαγγελματικής ζωής στην Ευρώπη.
Ενώ οι μαζικές κινητοποιήσεις του 20ού αιώνα εμπεριείχαν μια ελπιδοφόρα προοπτική για το μέλλον, ο χρονικός ορίζοντας των σύγχρονων διαμαρτυριών έχει περιοριστεί σε πιο άμεσους στόχους: αυξημένη χρηματοδότηση, αρπαγή αγαθών. "Tout comprendre, c’est tout pardonner" («Το να κατανοείς τα πάντα σημαίνει να συγχωρείς τα πάντα»), όπως λένε οι Γάλλοι. Ωστόσο, μπροστά σε τόσο ζοφερές προοπτικές, είναι δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς τον νεανικό μηδενισμό σαν παράλογο.
Οι πολιτικές προβλέψεις έχουν πάντα μια δόση αστρολογίας. Ακόμη κι αν είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα σενάριο τύπου Σερβίας, οι τρέχουσες αναταράξεις στην Ευρώπη θα έχουν αναμφίβολα βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις - ίσως ωθώντας τη γαλλική κοινή γνώμη προς τα δεξιά ή στρέφοντας τους Ισπανούς ψηφοφόρους προς τα αριστερά. Όποιες κι αν είναι όμως οι συνέπειες αυτών των διαμαρτυριών στο επίπεδο της θεσμικής πολιτικής, οι βαθύτερες αιτίες τους - η δημοσιονομική λιτότητα, η ψηφιακή εντροπία, το πένθος για ένα μέλλον που έχει ακυρωθεί - είναι απίθανο να υποχωρήσουν.
Και είναι εξίσου δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα υποχωρήσουν οι ίδιοι οι διαδηλωτές.
Ο Anton Jäger είναι συνεργάτης-αρθρογράφος γνώμης των New York Times. Είναι ερευνητής στο KU Leuven στο Βέλγιο και συγγραφέας του έργου "Hyperpolitics: Extreme Politicization Without Political Consequences" («Υπερπολιτική: Ακραία πολιτικοποίηση χωρίς πολιτικές συνέπειες»).









0 comments
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλώ, τα σχόλιά σας να μην περιέχουν βωμολοχίες, να μην είναι γραμμένα σε greeklish και με κεφαλαία γράμματα και να μην περιέχουν οποιοδήποτε διαφημιστικό περιεχόμενο. Σε διαφορετική περίπτωση δε θα δημοσιεύονται. Για οποιαδήποτε απορία ανατρέξτε στους όρους χρήσης του ιστολογίου.