Σήμερα, η θρησκεία και η επιστήμη διαχωρίζουν τους ρόλους τους και αποφεύγουν τις συγκρούσεις. Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Υπήρξε μία εποχή στις ΗΠΑ, κατά την οποία απαγορευόταν δια νόμου η διδασκαλία στα σχολεία οποιασδήποτε θεωρίας αντιτίθετο στη βιβλική δημιουργία του ανθρώπου.
Συγκεκριμένα, το 1925 πέρασε ένας νόμος στην Πολιτεία του Τενεσί στις ΗΠΑ (νόμος Μπάτλερ), που καθιστούσε πλημμέλημα να «διδάσκεις στα σχολεία οποιαδήποτε θεωρία που αρνείται την ιστορία της Θείας Δημιουργίας του ανθρώπου, όπως διδάσκεται στη Βίβλο και να διδάσκεις αντί αυτού ότι ο άνθρωπος προέρχεται από κατώτερη τάξη ζώων».
Ήταν εκείνη την εποχή που ξεκίνησε η δίκη των Πιθήκων ή δίκη Scopes με τον Τζον Τόμας Σκόουπς (John Thomas Scopes), έναν νεαρό καθηγητή βιολογίας, να κατηγορείται ότι διδάσκει, κατά παράβαση, τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών.
Η δίκη των Πιθήκων ήταν μία από τις δέκα πιο σημαντικές δίκες στην ιστορία των ΗΠΑ. Η διαμάχη επικεντρωνόταν στους «Δημιουργιστές», που υποστήριζαν τη θεϊκή δημιουργία, και στους «Δαρβινιστές», που αποδέχονταν τη θεωρία της εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου.
Η δίκη ξεκίνησε στις 10 Ιουλίου 1925 στο Ντέιτον του Τενεσί και εξελίχθηκε σε μία σύγκρουση μεταξύ του ποινικολόγου Κλάρενς Ντάροου, που υπερασπιζόταν τον Σκόουπς, και του πολιτικού Ουίλιαμ Τζένιγκς Μπράιαν, που εκπροσωπούσε την κατηγορούσα αρχή. Η δίκη συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον, με πλήθη θεατών και δημοσιογράφων να κατακλύζουν την πόλη.
Ο δικαστής Τζον Ρόλστον απέρριψε την προσπάθεια της υπεράσπισης να κηρύξει τον νόμο αντισυνταγματικό. Τελικά, ο Σκόουπς καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε πρόστιμο 100 δολαρίων. Η δίκη άφησε το αποτύπωμά της στην ιστορία ως σύμβολο της σύγκρουσης μεταξύ θρησκείας και επιστήμης στις ΗΠΑ.
Ο Σκόουπς αργότερα αθωώθηκε για τυπικούς λόγους, αλλά ο νόμος Μπάτλερ παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1967. Η δίκη των Πιθήκων αποτέλεσε ένα από τα πρώτα δείγματα της διαμάχης μεταξύ επιστήμης και θρησκείας και αποτυπώθηκε πολλές φορές σε θεατρικά έργα και ταινίες, με πιο χαρακτηριστική την ταινία "Inherit the Wind" του 1960.
Στην Ιερά Οδό, και μεταξύ των αριθμών 89-91 βρισκόταν έως το 1976 η ιερή για τους Έλληνες «Ελιά που Πλάτωνα», όπου κάτω από αυτήν την Ελιά – όπως λέγεται – δίδασκε ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος τον 5ο π.Χ. αιώνα.
Όμως η ζωή της «Μεγάλης Κυρίας» ή «Σεβάσμιας Κυρίας», όπως την αποκαλούσαν οι Αθηναίοι, έμελλε να «χάσει τη ζωή της» στις 7 Οκτωβρίου του 1976, όταν ένα αστικό λεωφορείο, αφού πρώτα συγκρούστηκε με ένα ταξί, στη συνέχεια έπεσε επάνω στο δέντρο και το ξερίζωσε.
Ό,τι απέμεινε από τον αρχαίο κορμό μεταφέρθηκε σε κτήριο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φυλάσσεται σε ειδικά κατασκευασμένη προθήκη.
Με ενέργειες του ίδιου Πανεπιστημίου στη θέση του παλαιού ελαιόδεντρου φυτεύτηκε νεότερο, το οποίο είχε τη μορφή τριών κορμών, διαμέτρου 30 εκ. περίπου έκαστος.
Ο ένας από αυτούς τους κορμούς, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ απονεκρωθεί αφαιρέθηκε την 6η Ιανουαρίου 2013 από αγνώστους. Οι δύο ζωντανοί κορμοί παραμένουν ανέπαφοι.
Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του ASCII χαμόγελου (smiley - emoticon) στο διαδίκτυο πραγματοποιήθηκε το 1982, όταν ο επιστήμονας υπολογιστών Scott Fahlman πρότεινε τη χρήση των :-) και :-( για να ξεχωρίζουν τα αστεία από τις σοβαρές αναρτήσεις στο διαδίκτυο.
Προτάθηκε ως απάντηση σε μια ανάρτηση πίνακα ανακοινώσεων του Πανεπιστημίου Carnegie Mellon, όπου ένας φοιτητής αστειεύτηκε ότι υπήρχε διαρροή υδραργύρου στο ασανσέρ του τμήματος φυσικής. Άλλοι φοιτητές δεν κατάλαβαν το αστείο και νόμισαν ότι η διαρροή είχε όντως συμβεί.
Τα χαμόγελα υιοθετήθηκαν σιγά-σιγά στο Carnegie Mellon και αργότερα στο ευρύτερο διαδίκτυο.
Το πρώτο ανεπιθύμητο (spam) email απεστάλη τον Μάιο του 1978 από τον Gary Thuerk, διευθυντή μάρκετινγκ της Digital Equipment Corporation.
Ο Thuerk έστειλε το email σε 320 παραλήπτες στο ARPANET, προωθώντας μια παρουσίαση προϊόντος των νέων μεγάλων υπολογιστών κοινής χρήσης (mainframe computers) DECSYSTEM-20.
Η αντίδραση στο email ήταν καταστροφική: ένας χρήστης υποστήριξε ότι κατέστρεψε τον υπολογιστή του, και ο Οργανισμός Επικοινωνιών Άμυνας (Defense Communications Agency (DCA)) των Ηνωμένων Πολιτειών κάλεσε την εταιρεία του για να παραπονεθεί.
Ο Thuerk υποστηρίζει ότι πούλησε τέτοιους υπολογιστές συνολικής αξίας 13 έως 14 εκατομμυρίων δολαρίων μέσω της καμπάνιας.
Ο όρος "spam" δε θα χρησιμοποιούταν παρά μόνο μετά από χρόνια, μετά την έμπνευση από ένα σκετς των Monty Python.
Στη φωτογραφία βλέπετε έναν χάρτη του ARPANET, του προπομπού του διαδικτύου, ο οποίος περιλαμβάνει 111 συνδεδεμένα υπολογιστικά τερματικά στο δίκτυο, το 1977.
Το ARPANET δημιουργήθηκε από το Υπουργείο Άμυνας της Αμερικής για να επιτρέψει στους ερευνητές να μοιράζονται πληροφορίες και πόρους.
Αρχικά, το δίκτυο περιοριζόταν σε Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.
Μέχρι το 1983, το ARPANET είχε πάνω από 4.000 συνδεδεμένους υπολογιστές και ένα αυξανόμενο αριθμό χρηστών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Η έκθεση ολοκλήρωσης του ARPANET κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «ο πλήρης αντίκτυπος των τεχνικών αλλαγών που ξεκίνησε αυτό το έργο ενδέχεται να μην κατανοηθεί για πολλά χρόνια».
Δεκατέσσερα (14) χρόνια πριν το «Ζάρι», με το οποίο η Μαρίνα Σάττι θα εκπροσωπήσει τη χώρα μας στη Eurovision 2024, είχε ήδη βάλει πλώρη για το λυρικό τραγούδι.
Το 2009, αφιερώθηκε σε αυτή την επιδίωξη, αποκτώντας πτυχίο κλασικού πιάνου και προχωρημένης μουσικής θεωρίας. Υπό την καθοδήγηση του Πάνου Δήμα, διακρίθηκε, εξασφαλίζοντας το πρώτο βραβείο παράλληλα με το δίπλωμα κλασικού τραγουδιού.
Στο συνοδευτικό βίντεο, παρακολουθούμε το ταλέντο της, καθώς ερμηνεύει τη διάσημη άρια "Je veux vivre" από την όπερα «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαρλ Γκουνό. Αυτό το κομμάτι έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς για τις σοπράνο σε όλη την ιστορία.
Ο φούρνος μικροκυμάτων αποτελεί μια από τις πλέον αγαπημένες ηλεκτρικές συσκευές για πολλούς, αλλά λίγοι γνωρίζουν την ιστορία της εφεύρεσής του.
Όλα ξεκίνησαν από τον Percy Spencer, ο οποίος ήταν μηχανικός και εργαζόταν στην εταιρεία οπλικών συστημάτων Raytheon τη δεκαετία του ’40. Τότε, λοιπόν, εργαζόταν σε ένα ραντάρ, όταν παρατήρησε με μεγάλη έκπληξη πως μια σοκολάτα που είχε στην τσέπη του έλιωσε.
Έτσι, λοιπόν, προχώρησε στην έρευνα για την ανακάλυψη μιας συσκευής που θα ζέσταινε και θα έψηνε φαγητά, αλλά χωρίς φωτιά.
Ο φούρνος μικροκυμάτων ήταν σχεδόν γεγονός και το 1947, η εταιρεία κατασκεύασε το Radarange που ήταν ο πρώτος φούρνος μικροκυμάτων στον κόσμο.
Γράφει η Λιάνα Κανέλλη στο περιοδικό Επίκαιρα, το 1976, αριθμός τεύχους 392:
«Δε μέτρησα τις γρατσουνιές απ’ τ’ αγκάθια στο πρόσωπο του Ξυλούρη. Το σίγουρο είναι πως δεν έχει την ανέμελη φυσιογνωμία πολλών συναδέλφων του. Πρόσωπο σκαμμένο, μάτια σκεφτικά, που δυσκολεύεται να τα γυροφέρει πίσω στην πραγματικότητα από κάποια μακρινή σκέψη.
Ο Νίκος Ξυλούρης δεν είναι αστέρας. Δεν ξέρει καν να «πλασάρεται» μπροστά στον φακό ή σ’ ένα μάτι που τον ψάχνει εξεταστικά. Μετρημένος στις κινήσεις κι απίστευτα λιγόλογος, στην αρχή νόμισα πως ήταν απλώς συγκροτημένος. Μετά από ώρες κουβέντας ήταν ο ίδιος. Άνοιξε την καρδιά του, είπε πολλά παράπονά του, κι ωστόσο έμεινε εξωτερικά ατάραχος και λίγο αμήχανος.
Συναντηθήκαμε στο στούντιο. Ηχογραφούσε ξανά ένα τραγούδι με τον Λεοντή, γιατί πίστευε πως δεν το 'χε πει καλά στο δίσκο. Πίσω απ’ το χοντρό απομονωμένο τζάμι με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά έλεγε και ξανάλεγε «... του προδότη... ζητώ την τιμωρία...». Ο ηχολήπτης έκλεισε μέσα σ’ ένα μικρό σχόλιο τη μισή ζωή κι όλο τον χαρακτήρα του τραγουδιστή. «Είναι Κρητίκαρος τούτος εδώ. Δεν μπορεί να πειθαρχήσει τη φωνή του. Αλλιώς θα ’χαμε κιόλας τελειώσει!».
Ανταλλάξαμε μόνο λίγες κουβέντες σ’ ένα δυο διαλείμματα. Στεναχωριόταν πού μ’ ανάγκαζε να τον περιμένω. Και με ρώταγε συχνά...
"Θα τα πούμε όλα; Και για το ραδιόφωνο, και για την τηλεόραση; Όλα;".
Τον διαβεβαίωσα κι ησύχασε. Μάλλον ξαλάφρωσε σαν να ’θελε να τα πει από καιρό. Κάποια στιγμή φύγαμε. Έπρεπε, κάπου να βρεθούμε και να μιλήσουμε. Και παράξενο. Καταλήξαμε σ’ ένα κοσμικό ζαχαροπλαστείο, με κοσμοπολίτικη στέρεο μουσική που έγινε τελικά και το "πλέι μπακ" της μαγνητοφωνημένης κουβέντας μας.
Ο Νίκος ο Ξυλούρης, έφαγε φιλέτο, ήπιε καπουτσίνο, κάπνιζε εγγλέζικα τσιγάρα κι εγώ έψαχνα σ’ όλες τούτες τις λεπτομέρειες να βρω τί δεν... κολλάει.»
Σ’ αρέσει η ζωή της πρωτεύουσας Νίκο;
- Όχι, όχι καθόλου, αλλά είμαι ευχαριστημένος από άλλα πράγματα.
Επαγγελματικά;
- Ναι. Αλλά περισσότερο απ’ την αγάπη που μου ’χει ο κόσμος. Αυτό με συγκινεί πολύ. Δεν ήρθα για να κάτσω εδώ. Έτσι για να τραγουδήσω σ’ ένα μαγαζί. Και να μην ερχόμουνα εδώ το πράγμα θα γινόταν έτσι.
Τί δε σ’ αρέσει σε τούτη την πολιτεία;
- Με πνίγει. Γενικά η πόλη με πνίγει. Στην Κρήτη ήμουνα κοντά στη φύση. Μ’ όλο που ζούσα στο Ηράκλειο ήταν εύκολο να πας στο χωριό, να καθίσεις.
Στην πορεία της κουβέντας βρήκα το κλειδί της ζωής και των αντιφάσεων του καλλιτέχνη και του ανθρώπου που λέγεται Ξυλούρης. Η ζωή του, η διήγησή του χωρίζεται στα δυο κάθε τόσο με μια έκφραση: «Ναι, και πριν έρθω εδώ και μετά». Ορόσημο, ο ερχομός του στην Αθήνα. Κι ο ίδιος δε θέλει να το παραδεχτεί. Όχι τόσο επαγγελματικό όσο ουσιαστικό. Προσαρμόστηκε σα ρομπότ. Άφησε το καφενείο και τα πρόβατα του πατέρα, «τα περβολάκια, τ’ αμπελάκια» τους, έξη αδέρφια και μια μάνα που θα δουλεύει ως την τελευταία της πνοή, γιατί αλλιώς «θα σκάσει», για να γίνει λυράρης. Τραγούδησε σε όλο το νησί. Δεν το 'χε όνειρο από μικρός να γίνει τραγουδιστής.
- Πρωτόπιασα λύρα στα 12 και στα 15 έκανα κιόλας διασκεδάσεις. Μετά έπεσα στο επάγγελμα. Τώρα είμαι πολύ επαγγελματίας. Μ’ αρέσει η δουλειά. Δεν ήμουνα όμως έτσι. Ήμουνα άνθρωπος όπως ερχότανε, ό,τι ερχότανε. Και έτσι είμαστε όλοι οι Κρητικοί.
Είσαι βεντέτα;
- Όοοχι! Δεν αισθάνομαι έτσι. Είναι πολύ αστείο ν' ακούς κάποιον να τον λένε βεντέτα.
Γελάει πολύ. Ένα γέλιο πηγαίο και στριμωγμένο στην αμηχανία του. Τα ’χασε με τη λέξη, σαν να μην την είχε ξανακούσει ποτέ για τον εαυτό του.
- ...Ξέρεις, είμαστε τρία αδέρφια, τραγουδιστές και μουσικοί. Είμαστε πολύ αγαπημένα αδέρφια. Μερικοί δημοσιογράφοι προσπάθησαν να μας κάνουν κακό. Δε βαριέσαι όμως, είμαστε καλή οικογένεια και αγαπιόμαστε.
Βαδίζοντας πάνω στον τρόπο που ο ίδιος βλέπει τη ζωή του, χωρισμένη στο πριν την Αθήνα και μετά, τον ρωτάω λίγο δύσπιστα. Έχεις διατηρήσει τις φιλίες σου;
- Όλες. Άμα είναι ο φίλος καλός. Και καλός να μην είναι, τον κάνω εγώ.
Τα πιο πολλά στην καριέρα σου σε ποιόν τα οφείλεις;
- Κι ο Μαρκόπουλος κι ο Ξαρχάκος με βοήθησαν πολύ. Όμως εμένα γενικά δε με πήρανε να με κάνουνε τραγουδιστή. Να μου δώσουνε σουξέ. Ήμουνα. Με αξιοποιήσανε. Μου κάνανε καλό, αλλά νομίζω ότι κι εγώ έχω προσφέρει. Όλα μπορώ να τα τραγουδήσω. Στην Κρήτη, όταν χρειαζόταν στη δουλειά μου, έλεγα και ξένα ακόμα τραγούδια.
Πες μου, απ’ τη δουλειά σου κερδίζεις πολλά;
- Όχι, δεν κερδίζω. Απλώς περνάω. Γιατί όσο πιο πολλά βγάζεις τόσο πιο πολλά ξοδεύεις. Πάντως δε λέω ότι υστερούμαι. Περνάω πάρα πολύ καλά. Μέχρι στιγμής, μπορεί να σου φανεί και παράξενο, κάνω πολλά χρόνια τον τραγουδιστή, δεν έχω κάνει τίποτα που να μπορώ να πω: Αυτό το 'καμα με τη δουλειά μου. Δε μένει τίποτα. Δε βγάζω τόσα. Μη νομίζεις πως μου δίνεται κι η ευκαιρία. Ας νομίζει ο κόσμος. Να σου πω ένα πράμα.
(Σε αυτή του την τελευταία φράση άκουσα και το πρώτο χαρακτηριστικό κρητικό τόνισμα της φωνής). Μερικοί από μας που δεν είχαμε και διαφήμιση είμαστε καταδικασμένοι. Κι από εταιρεία κι απ’ το κέντρο κι απ’ το κράτος.
Μα μέσα στα εφτάχρονα της σκοτεινιάς, τραγούδησες για ξαστεριά. Πολύ κουβέντα για λευτεριά, για λεβεντιά.
- Έχεις δίκιο, μα δεν είναι μονάχα πολιτικοί οι λόγοι. Τώρα το τραγούδι είναι σε καλή κατάσταση. Καλοί συνθέτες, καλές δουλειές. Πάψανε να κάνουνε τραγουδάκια, να μπαίνουνε μέσα, σουξέ που λένε. Κι εμένα δε μ' αρέσει να κάνω ένα τραγούδι για να γίνει επιτυχία.
Προτιμάς το τραγούδι με μηνύματα;
- Αναλόγως, τα μηνύματα.
Τα τραγούδια παντιέρα, λοιπόν. Τα επαναστατικά;
- Πρώτα πρώτα αυτά που έχουνε καλό στίχο. Και τα ερωτικά τραγούδια έχουνε μηνύματα. Κι ο «Ερωτόκριτος» έχει τόσο πολλά κι είναι τραγούδι αγάπης. Έτσι είμαι. Μια ρίζα. Ένα τραγούδι ρίζα. Σαν την «ξαστεριά». Οπόταν κι αν το πω, το ίδιο αποτέλεσμα φέρνει.
Ο Ξυλούρης ήταν μια ρίζα, σκέφτηκα. Μια ρίζα όμως κλεισμένη σε θερμοκήπιο. Το 'χει δεχτεί λιγάκι μοιρολατρικά. Σαν να 'ταν ένας συμβιβασμός που έγινε χωρίς πολλή σκέψη. Σαν να 'ταν ο μόνος που θα του επέτρεπε να ζήσει σαν τραγουδιστής. Είναι αυθόρμητος ο Ξυλούρης. Σε όλα του. Σεμνός και περήφανος. Φιλόδοξος και μοιρολάτρης. Αντιφατικός και ήπιος. Παράξενος στο βάθος.
Σου άλλαξαν τα λεφτά το χαρακτήρα;
- Τα μισώ τα χρήματα. Μα τον Θεό δε βαστώ ποτέ μου. Όχι πως θέλω να το πω, αλλά σ’ ορκίζομαι σε ό,τι ιερό έχω. Όλο τον καιρό που δουλεύω εδώ, ο κόσμος με βλέπει ό,τι ώρα θέλει. Βλέπεις, δεν τραγουδάω πουθενά για τα 30 χιλιάρικα και μετά να εξαφανίζομαι. Εγώ είμαι μέσα στον κόσμο. Και στο μαγαζί και στον δρόμο. Ανάγκες υπάρχουνε... Δε μου λείπουνε τα λεφτά. Όποιος έχει ανάγκη έρχεται και με βρίσκει. Το ξέρουνε. Πάντα. Όχι τώρα. Και στην Κρήτη πού ήμουνα.
Έχεις αυτοκίνητο όμως. (Το είπα για να τον κεντρίσω, νοιώθοντας πως μου μιλούσε εμπιστευτικά κι όχι για να προβάλλει τις καλοσύνες του). Κι απάντησε απλά:
- Το 'χα απ’ την Κρήτη. Δεν το 'καμα εδώ. Για μένα να κάνω αυτοκίνητο εδώ, τώρα, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά το χρειαζόμουνα για να γυρίζω την Κρήτη σα λυράρης. Το μισώ τ' αυτοκίνητο. Πας δέκα βήματα με τα πόδια, βλέπεις πέντε ανθρώπους. Σου λένε: γεια σου Νίκο, τί κάνεις Νίκο. Πίνουμε κι έναν καφέ. Και είναι και υγεία. Εγώ είχα μάθει να βαδίζω.
Θα άφηνες τον γιο σου να γίνει τραγουδιστής, λυράρης;
- Όχι. (Το 'πε κοφτά). Έχω δει πολλά. Μεγάλη ατιμία. Για να τον κάνω τον γιο μου καλλιτέχνη είναι σα να του λέω γίνε άτιμος. Αυτό τα λέει όλα. Μεγάλη βρωμιά. Πώς να φάει ο ένας τον άλλο, να καταστρέψει. Έχεις αξία; Θα σε θάψουνε. Ανεβάζουνε όποιον θένε, κι όποιον θένε κατεβάζουνε. Και αν εσώθηκα εγώ, είναι γιατί ήταν το «Τσίρκο». Εκεί φαινόμουνα κάθε βράδυ, κι έμεινα κοντά στον κόσμο. Επέπλευσα. Είμαι πολύ πικραμένος. Και αν τα εγκαταλείψω καμιά φορά γι' αυτά θα 'τανε. Αλλά λέω θα τους εξυπηρετήσω. Και δεν το κάνω. Ήμουνα μια χαρά εκεί. Τα λέω και δεν έχω κανένα να φοβηθώ. Κι αν δεν είχα την αγάπη του κόσμου θα τα παρατούσα και θα 'φευγα. Θα πήγαινα στην ησυχία μου. Σου είπα και προηγουμένως ότι δεν ήμουνα κάποιος που τον πήραν και τον έκαναν τραγουδιστή. Ήμουνα. Θυμάμαι...
(Τον διέκοψε η κασέτα που τελείωσε. Αλλά συνέχισε αποφασισμένος να μου πει κάτι που τον έπνιγε καιρό).
Θυμάμαι, μια φορά τραγούδαγα σ' ένα κρητικό μαγαζί κι έπαιζα λύρα. Μου στέλνανε γράμματα απ’ την Ε.Ρ.Τ. να πάω να κάνω μερικές εκπομπές στο ραδιόφωνο. Δεν ήθελα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης κι ο Ζαχάρης που παίζουνε λαούτο με τουμπάρανε τελικά. Κι επήγα κι εβρήκα τον Σίμο Καρρά. Αυτός ο άνθρωπος διευθύνει. Κι έχει κάμει μεγάλη ζημιά στο δημοτικό τραγούδι. Ήταν με τη γυναίκα του. Εγώ τότε είχα κάμει επιτυχίες που αγαπιότανε όχι μόνο στην Κρήτη. Είχα γυρίσει στις ρίζες. «Τί θα πεις», μου λέει. - «Την Ανυφαντού», του απάντησα. «Αυτός ο δίσκος είναι να τον βάζεις για να γελάς». Εγώ έμεινα. Λέω: Λες να είναι κι έτσι; Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που κρατάει τη δημοτική μουσική στα χέρια του. Να πω «Τον Αντρειωμένο μην τον κλαις». «Όχι, μου είπε. Δεν το τραγουδάς καλά». Μάζεψα τα όργανά μου κι έφυγα. Έπαθα σοκ. Κλονίστηκα. Απογοητεύτηκα. Αχ! Τα θυμάμαι, δεν τα ξεχνάω. Είπε την τελευταία κουβέντα μ’ ένα τόνο υποσχετικό. Σκέφτηκα το στίχο «Το ρόδο κι ο όμορφος ανθός φυτρώνει μες στ' αγκάθι». Αλλά για τον φρόνιμο. Κι ο Ξυλούρης είναι. Με την πραγματική σημασία της λέξης. Πικράθηκε. Δεν παθιάστηκε. Πείνασε κάποτε. Και μικρός και μεγαλύτερος. Δεν του ’γινε απωθημένο. Δε συγχωράει όμως όσους κάνανε κακό στη μουσική. Όλους όσοι κρατάνε τα κλειδιά στην έκφραση, και τα χρησιμοποιούνε κατά πως νομίζουνε, χωρίς να ξέρουνε.
- Ο Μαρκόπουλος με βοήθησε να βρω κουράγιο στην αρχή. Κι ο Ξαρχάκος. Το τραγούδι που ο Καρράς έβρισκε για γέλια, την «Ανυφαντού», κι οι δυο λένε πως είναι απ’ τα καλύτερα κρητικά τραγούδια. Μου δώσανε δουλειά. Αλλά δεν έχουμε υποστήριξη από το κράτος. Ευτυχώς που υπάρχουνε καλοί συνθέτες. Το βλέπεις και από την κασετοπειρατεία. Δεν κάνει τίποτα το κράτος. Τίποτα. Και μπορεί. Αλλά αδιαφορεί. Όσο για τις εταιρείες... Τον τραγουδιστή τον έχουν για να τον εκμεταλλεύονται. Να τον ξεζουμίζουν. Μέχρι που σκέφτομαι καμιά φορά ότι συνεργάζονται οι εταιρείες στην κασετοπειρατεία. Ότι παίρνουνε ποσοστά. Νομίζω. Υποψιάζομαι. Έτσι θα έλεγα αν με ρωτούσες.
Λέει πράγματα βαριά. Που άλλοι θα τα κρύβανε για λόγους επαγγελματικούς. Όχι μόνο δεν τον νοιάζει, αλλά μου λέει κάθε τόσο:
- «Να το γράψεις αυτό. Και το άλλο. Και το άλλο». Να γράψεις και για την τηλεόραση. Είναι αίσχος δηλαδή. Παίρνουνε τις εκπομπές αυτοί που παίρνανε και κατά την εφταετία. Και στο ραδιόφωνο και παντού. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Έχουμε μόνο τον Χατζιδάκι εκεί πέρα που ’χει κάνει πολλά πράγματα και παλεύει. Στην τηλεόραση είναι πάλι εφταετία.
Τα λέει ήρεμα. Σα σίγουρες διαπιστώσεις. Που επιτέλους μπορεί να τις πει. Μου κάνει εντύπωση πως η ομιλία του δε θυμίζει τόσο έντονα Κρητικό, όσο η νοοτροπία του. Κάπου, κάπου ο απόηχος του τσε αντί για το και.
Τί σ’ ανησυχεί, Νίκο Ξυλούρη. Το βλέπω στο βάθος των ματιών σου. Τί σε φοβίζει;
- Στην καρδιά του ανθρώπου η βρωμιά και στην καρδιά του τόπου η διχόνοια. Πρέπει όλοι εμείς να μονιάσουμε για να πάει μπροστά τούτος ο τόπος. Δεν είναι καλό κάτι; Να το σβήσουμε όλοι μαζί. Είναι; Να το σπρώξουμε όλοι μαζί. Να το υποστηρίξουμε. Εμείς αυτό είναι το πιο σπουδαίο που πρέπει να κάνουμε.
Τί σε τρομάζει;
- Η κακία. Η κακία με τρομάζει. Θα σκότωνες ποτέ σου; Ξαφνιάστηκε. Αλλά απάντησε:
- Άμα απειλούσανε κάποιο δικό μας, ναι. Δύσκολη ερώτηση. Μόνο για άμυνα.
Τί γνώμη έχεις για τις γυναίκες; Τον μετρούσα με ξαφνικά θέματα. Δεν τον ένοιαζε όμως.
- Ο άντρας πρέπει να ’ναι άντρας κι η γυναίκα, γυναίκα. Μερικά πράγματα δεν μπορεί να τα κάνει η γυναίκα. Σαν τί δηλαδή;
- Εγώ μπορώ ν’ ανεβώ στον Ψηλορείτη που θέλει τέσσερις ώρες ως την κορφή στο άψε σβήσε, κι αυτή να φάει μια μέρα.
Χαμογέλασε παιδιάστικα. Μεγάλωσε με τις φροντίδες τριών αδερφάδων και μιας μάνας.
- Απ’ το πρωί ως το βράδυ με φροντίζανε. Τα στιβάκια μου, όλα. Κι εγώ φώναζα. Αλλά έτσι θέλουνε. Έχω λίγο συνηθίσει. Μπορεί η γυναίκα να γίνει και προεδρίνα. Αλλά όλα είναι εύκολα σήμερα. Κι η ζωή είναι ωραία άμα την παλέψεις. Άμα την ψάξεις, την αναζητήσεις.
Πώς αισθάνεσαι σαν καλλιτέχνης μέσα στον κόσμο τον σημερινό;Σκέφτεται λίγο, κουνάει και το κεφάλι στωικά.
- Ο άνθρωπος που δημιουργεί πρέπει, να ελπίζει πως κάποτε θ’ αλλάξουν τα πράγματα και ν’ αγωνιστεί γι' αυτό. Πολλοί νέοι κυκλοφορούνε με το σεξουαλικό βιβλιαράκι στην τσέπη. Οι σκηνοθέτες κάνουνε πορνό για να εντυπωσιάσουνε. Πρέπει ν’ αλλάξουν όλα τούτα και θα παλέψουμε. Πιστεύω και στον Θεό. Έτσι όπως βαδίζουμε σ’ όλο τον κόσμο για την καταστροφή, τί να πω. Αλλά είμαι αισιόδοξος.
Τα ναρκωτικά;
- Να σου πω μια ιστορία. Βιαζόμουνα να πάω στο θέατρο. Τρακάρισα μ’ έναν ηλικιωμένο με τη γυναίκα και την κόρη του στ’ αμάξι. Δεν πειράζει, θα τα κανονίσουν οι ασφάλειες. Και λέει η κόρη του - για καλό βέβαια η κοπέλα: Μπαμπά, είναι ο κύριος Ξυλούρης. Κι αρχίζει αυτός: «Α! Έχεις πιει τα χασίσια σου, τα ναρκωτικά σου και πας τώρα να τραγουδήσεις. Βέβαια θα σκοτώσεις κι ανθρώπους». Εγώ πέθανα. Μα τον Θεό, αν μου ’παιζες δέκα μαχαιριές δεν θα ’βγαζα σταλιά αίμα. Κοίταξε, λέω, σε ποια κατηγορία μας έχουν εμάς τους καλλιτέχνες. Δε φεύγει απ’ το μυαλό μου. Αυτό τα λέει όλα.
Κλαις συχνά;
- Ναι. Συγκινιέμαι εύκολα. Οι άντρες κλαίνε. Οι γυναίκες είναι δυνατές, σκληρές, όσο κι ευαίσθητες να ’ναι. Κλαίω και για στενοχώρια. Κι όταν μ’ αρέσει κάτι.
Εδώ τέλειωσε η κουβέντα μου με τον Ξυλούρη. Το βράδυ αργά τον ξαναβρήκα στην «Αποσπερίδα» να τραγουδάει «Ερωτόκριτο» μαζί με τη Μαρίζα. Ήταν ευτυχισμένος, γιατί βρήκε μια συνεργασία χωρίς αντιζηλίες, κακίες και μικρότητες. Σ’ ένα καμαρίνι γεμάτο φίλους και φωτογραφίες των παιδιών του, του Ρίτσου, του Λεοντή, του Ξαρχάκου. Μια ατμόσφαιρα σπιτικού. Μου μίλησε για τα όνειρά του. Τα κοντινά και τα μακρινά.
- Θέλω να τραγουδήσω δικά μου τραγούδια. Κι άλλα καλά τραγούδια με γερό στίχο κι από καλούς συνθέτες. Να κάνω τον «Ρωτόκριτο» δίσκο.
Και μετά;
- Μετά να πάω στην Κρήτη. Να τακτοποιηθώ εκεί. Να στεριώσω δηλαδή, όπως ήμουνα. Και ακούς εκεί; Ήρθε ένας δήμαρχος και μου 'πε πως προσπαθούνε στο νησί να ξεσηκώσουνε τους Κρητικούς να ζητήσουν ανεξαρτησία. Μετά από τόσους αγώνες για να ενωθούμε, με την Ελλάδα μας. Μας βάζουνε πάλι φιτιλιές. Κοντεύω να πεθάνω. Σε παρακαλώ, γράψ' το κι αυτό. Πάνε να βάλουνε φωτιά στην Κρήτη, όπως και στην Κύπρο...
Έφυγα με την αίσθηση ότι είχα κουβεντιάσει μ’ ένα κομμάτι γης. Γης στέρεης, βραχοσύστατης. Που δε λασπώνει εύκολα, κι έχει νερό πολύ στις πηγές της. Δεν είπε μεγάλες κουβέντες, ο Ξυλούρης. Αγωνίζεται σιωπηλά. Μόνο το τραγούδι του, κεφάτη κρητική μαντινάδα, «Ερωτόκριτος» η φωνή βγαλμένη απ’ τα σωθικά αυτού του τόπου, τραβάει τις νυστεριές του. Φρόνιμα «δε χάνεται στα πάθη». Γιατί τα μάτια του άστραφταν και χαμογέλαγαν τραγουδώντας:
Ο άντρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα σαν είν’ ο τράγος δυνατός δεν τόνε στένει η μάντρα...
Για πολλούς Έλληνες οι σωματικές τιμωρίες στο σχολείο είναι μια πραγματικά δυσάρεστη ανάμνηση. Η βέργα, τα χαστούκια, η ορθοστασία στο ένα πόδι, αποτελούσαν συνήθεις πρακτικές οι οποίες ευτυχώς έχουν πια καταργηθεί. Όσο όμως σκληρές κι αν φαίνονται σήμερα αυτές οι τιμωρίες, ωχριούν μπροστά σε εκείνες που εφαρμόζονταν στα πρώτα ελληνικά σχολεία.
Στα εκπαιδευτήρια που λειτούργησαν κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι αυστηρές σωματικές ποινές αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο. Ο Παναγής Σκουζές, έμπορος και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφει στα απομνημονεύματά του τις τιμωρίες των απείθαρχων παιδιών στα αθηναϊκά σχολεία, γύρω στο 1785. Αν ο μαθητής καθυστερούσε να προσέλθει, ο δάσκαλος τον χτυπούσε στις παλάμες με ένα μαστίγιο από δέρμα βοδιού και τον ανάγκαζε να σταθεί για λίγο όρθιος στο ένα πόδι. Για σοβαρότερα παραπτώματα η τιμωρία ήταν ραβδισμοί στην πλάτη ή στα γυμνά πέλματα των ποδιών, το γνωστό βασανιστήριο του φάλαγγα. Κάποια από τα υπόλοιπα παιδιά αναγκάζονταν να συμμετέχουν στην εκτέλεση της ποινής, κρατώντας τον τιμωρούμενο συμμαθητή τους ακίνητο, όσο εκείνος δεχόταν τα χτυπήματα. Ο αριθμός των ραβδισμών κυμαινόταν από 12 ως 50 περίπου, ανάλογα την ηλικία του παιδιού και τη βαρύτητα του παραπτώματός του. Ο Σκουζές μάλιστα αναφέρει ότι δεν ήταν λίγοι οι μαθητές που ουρούσαν επάνω τους από τον φόβο, όταν ο δάσκαλος θύμωνε και έβαζε τις φωνές μέσα στην τάξη.
Το βασανιστήριο του φάλαγγα καταργήθηκε στα σχολεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το 1829. Διατηρήθηκαν όμως πολλές μορφές ραβδισμού και άλλες σωματικές τιμωρίες, όπως η ορθοστασία στο ένα πόδι και το αναγκαστικό κούρεμα. Ο μόνος ουσιαστικά περιορισμός του δασκάλου κατά την επιβολή των ποινών αυτών ήταν το ότι έπρεπε να ραβδίζει τον μαθητή από τους ώμους και κάτω και όχι στο κεφάλι. Μια κυβερνητική οδηγία του 1828 προς το Καποδιστριακό Ορφανοτροφείο – το πρώτο διδακτήριο της ελεύθερης Ελλάδας – επέβαλλε στους άτακτους οικότροφους την κατάκλιση σε κρεβάτια που είχαν άχυρα ή ξερά φύλλα για στρώμα και μια πέτρα για μαξιλάρι. Στο ίδιο έγγραφο προβλεπόταν η κλιμάκωση των ποινών, ανάλογα με το πόσο γρήγορα συμμορφωνόταν ο μαθητής. Την πρώτη φορά που θα υπέπιπτε σε κάποιο παράπτωμα, απλώς ο δάσκαλος θα του έκανε έντονα την παρατήρηση μπροστά στους συμμαθητές του. Τη δεύτερη, οι καθημερινές μερίδες φαγητού του θα μειώνονταν κατά το ήμισυ. Την τρίτη δε φορά θα του έπαιρναν τα ρούχα που του είχαν δώσει στο ορφανοτροφείο και θα του έδιναν τα κουρέλια τα οποία φορούσε όταν είχε πρωτοέρθει εκεί.
Μια άλλη, ιδιαίτερα ειδεχθής σχολική τιμωρία, που εφαρμοζόταν κυρίως στην επαρχία, ήταν και η διαπόμπευση. Αρχικά ο τιμωρούμενος μαθητής μουτζουρωνόταν στο πρόσωπο με μελάνι από τον δάσκαλο. Στη συνέχεια, οι συμμαθητές του περνούσαν ένας ένας από μπροστά του και τον έφτυναν. Αν το παράπτωμά του ήταν ιδιαίτερα βαρύ, τον πήγαιναν στο κέντρο του χωριού όπου επαναλαμβανόταν η διαδικασία του φτυσίματος, αυτή τη φορά από τους περαστικούς.
Η εξοικείωση των μαθητών με τις σωματικές τιμωρίες γινόταν ακόμα και μέσω του περιεχομένου της διδακτέας ύλης. Οι πιο συνηθισμένες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι ως παράδειγμα στην κλίση των ουσιαστικών, ήταν «η ράβδος» και «η μάστιξ», ενώ στην κλίση ρημάτων το «τύπτω». Είναι η εποχή κατά την οποία το πνεύμα της διδασκαλίας εκφράζεται με το περίφημο ρητό «όπου ου πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος».
Οι σκληρές σωματικές τιμωρίες στα ελληνικά σχολεία συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αλλά και στις αρχές του 20ου. Με το πέρασμα των χρόνων όμως η εφαρμογή τους άρχισε να περιορίζεται ολοένα και περισσότερο. Παρόλα αυτά, η ρητή και οριστική τους απαγόρευση στον χώρο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης επήλθε μόλις το 1998, με το άρθρο 13 παρ. 8 του Προεδρικού Διατάγματος 201/1998. Θα περνούσαν άλλα επτά χρόνια για να καταργηθούν επίσημα και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με το άρθρο 21 του νόμου 3328/2005.
Υ.Γ.
Χρησιμοποιήθηκε υλικό από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Βασανιστήρια και Εξουσία», εκδόσεις Στάχυ 1997
Κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους, οι άνθρωποι δεν είχαν πάντα την ίδια γνώμη για το τί είναι γευστικό και τί όχι. Την επόμενη φορά που θα δυσανασχετήσετε για το σπανακόρυζο της συζύγου ή το μπριάμ της μητέρας σας, να έχετε υπ’ όψιν ότι κάποτε υπήρξαν απείρως χειρότερες γαστριμαργικές προτάσεις.
Γλώσσες από φλαμίνγκο: Οι Ρωμαίοι δημιούργησαν μια από τις ισχυρότερες αυτοκρατορίες της ιστορίας και διακρίθηκαν στους τομείς της πολεοδομίας, της νομικής και φυσικά του πολέμου. Σίγουρα όμως η τέχνη της μαγειρικής δεν περιλαμβανόταν στα δυνατά τους σημεία. Η γλώσσα του υδρόβιου πουλιού φλαμίνγκο θεωρείτο από τους Ρωμαίους ένα εξαίσιο έδεσμα με ανυπέρβλητη γεύση. Η κατανάλωσή του όμως περιοριζόταν στην αριστοκρατική τάξη, καθώς η τιμή του ήταν απαγορευτική για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Οι γλώσσες των φλαμίνγκο σερβίρονταν συνήθως ψητές, σε μεγάλες ποσότητες, ή χρησιμοποιούνταν ως γέμιση για πίτες.
Χάκαρλ: Ένα συνηθισμένο γεύμα των Βίκινγκς ήταν το «χάκαρλ», που σημαίνει «ζυμωμένος καρχαρίας». Το ψάρι αυτό αποτελεί τη βάση για πολλές συνταγές ανά τον κόσμο. Ο τρόπος όμως με τον οποίο οι Βίκινγκς παρασκεύαζαν το «χάκαρλ» ήταν αρκετά ξεχωριστός – και όχι με τη θετική έννοια. Αρχικά έκοβαν το κεφάλι του καρχαρία, άδειαζαν το σώμα του από τα εντόσθιά και τον έθαβαν σε χαλικώδη άμμο. Σε αυτήν τη θέση τον άφηναν για 6 με 12 εβδομάδες, μέχρι να σαπίσει αρκετά. Στη συνέχεια τον ξέθαβαν και τον έκοβαν σε λωρίδες, τις οποίες κρεμούσαν στον ήλιο επί τέσσερις μήνες για να ξεραθούν. Με τη μέθοδο αυτή αφαιρούνταν όλες οι δηλητηριώδεις ουσίες από το πτώμα του καρχαρία, καθιστώντας το βρώσιμο. Το «χάκαρλ παραμένει σήμερα ένα από τα εθνικά πιάτα της Ισλανδίας. Εντούτοις, ο διεθνούς φήμης Αμερικανός σεφ Άντονι Μπουρντέν το είχε χαρακτηρίσει ως το πιο αηδιαστικό και απαίσιο γεύμα που έχει δοκιμάσει ποτέ.
Ουρά κάστορα: Τον Μεσαίωνα, οι νηστείες που όριζε η Εκκλησία επηρέαζαν σημαντικά τις διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων. Έτσι, κάθε χρονιά είχε πολλές μέρες κατά τις οποίες απαγορευόταν το κρέας, αλλά επιτρεπόταν το ψάρι. Στη Δυτική Ευρώπη όμως υπήρχε και μια άλλη εναλλακτική συνταγή, σύμφωνη με τις εντολές τις Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: η ουρά κάστορα. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία. Το συγκεκριμένο τρωκτικό περνά πολλές ώρες μέσα σε λίμνες και ποτάμια, ενώ μπορεί να μείνει 15 λεπτά κάτω από το νερό. Παράλληλα, η ουρά του κάστορα θυμίζει πλατύ ψάρι, καθώς καλύπτεται ολόκληρη από λέπια. Αυτό ήταν αρκετό για να την κατατάξουν στους ιχθείς και συνεπώς στις τροφές που επιτρέπονται κατά τη διάρκεια των νηστειών. Λεγόταν μάλιστα ότι η γεύση της ουράς κάστορα ήταν ίδια με αυτήν του ψαριού. Επρόκειτο ίσως για τη μοναδική φορά στην ιστορία που το τμήμα του σώματος ενός ζώου θεωρήθηκε ξεχωριστό είδος.
Παστή γουρουνοκεφαλή: Σήμερα, το πιάτο αυτό θα θύμιζε περισσότερο απομεινάρια από σφαγείο παρά ένα αξιοπρεπές γεύμα. Για τους ανθρώπους όμως του 18ου αιώνα ήταν μια συνηθισμένη συνταγή, η προετοιμασία της οποίας απαιτούσε πολλές μέρες. Αρχικά τοποθετούσαν μέσα σε κατσαρόλα μια ολόκληρη γουρουνοκεφαλή και την έβραζαν για δύο ώρες, μαζί με οπλές αγελάδας. Στη συνέχεια την έβγαζαν από το σκεύος, την άλειφαν με ένα μείγμα αλατιού, πιπεριού και λεμονιού και την άφηναν να παστωθεί για αρκετές ημέρες. Όταν η γουρουνοκεφαλή ήταν έτοιμη για κατανάλωση, σερβιριζόταν συνήθως με μουστάρδα και ξύδι.
Κέικ Παραφίνης: Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλά νοικοκυριά αντιμετώπιζαν σοβαρές ελλείψεις σε βασικά υλικά μαγειρικής. Το βούτυρο, το λάδι και τα ζωικά λίπη είχαν γίνει εξαιρετικά δυσεύρετα και ο κόσμος αναγκαζόταν να καταφεύγει σε διάφορα υποκατάστατα. Το πιο δημοφιλές από αυτά ήταν το παραφινέλαιο, το οποίο χρησιμοποιείτο κυρίως στην ζαχαροπλαστική. Κατά τη δεκαετία του ΄40, το κέικ παραφίνης με σπογγώδη υφή αποτελούσε ένα πολύ δημοφιλές γλύκισμα, παρά το γεγονός ότι μπορούσε να προκαλέσει διάρροια και άλλα σοβαρότερα προβλήματα υγείας.
«Τα’ ωραίο ειν’ άσκημο, τ’ άσκημο ωραίο», λέει ένας στίχος από τον «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ. Η φράση αυτή θα μπορούσε να περιγράψει απόλυτα τη διαχρονική αντίθεση ανάμεσα στα σημερινά πρότυπα γυναικείας ομορφιάς και σε εκείνα που ίσχυσαν κατά καιρούς στο παρελθόν.
Η λεύκανση δοντιών είναι κάτι πάρα πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας. Μια αστραφτερή οδοντοστοιχία αποτελεί δείγμα όχι μόνο υγείας, αλλά και ομορφιάς. Για πολλούς αιώνες όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά στην Ιαπωνία. Από το 200 μ.Χ. περίπου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οι παντρεμένες γυναίκες στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου έβαφαν μαύρα τα δόντια τους, χρησιμοποιώντας βερνίκι από ρινίσματα σιδήρου και ξύδι. Στη βαφή προσέθεταν αρωματικά μπαχαρικά, προκειμένου να μη μυρίζει άσχημα το στόμα. Το βάψιμο των δοντιών καταργήθηκε επίσημα το 1870, αλλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα από διάφορες φυλετικές μειονότητες στην Κίνα και σε άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Ένα μαυρισμένο κορμί θεωρείται σήμερα προτέρημα, ειδικά το καλοκαίρι στην παραλία. Γι' αυτό άλλωστε υπάρχει και το σολάριουμ. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Από τον 6ο μέχρι και τον 18ο αιώνα, η μόδα στην Ευρώπη όριζε ότι οι γυναίκες έπρεπε να έχουν χλωμή και κάτασπρη επιδερμίδα, όπως αυτή των νεκρών. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό εξάλλου ήταν απόδειξη αριστοκρατικής καταγωγής, καθώς τα άτομα κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων αναγκάζονταν να περνούν τη μέρα τους κάτω από τον ήλιο, δουλεύοντας στα χωράφια. Πολλές γυναίκες έφταναν στα άκρα, εφαρμόζοντας επικίνδυνες μεθόδους για να αποκτήσουν πελιδνή επιδερμίδα. Μια από αυτές ήταν η χρήση λευκού μολύβδου, αναμεμειγμένου με ξίδι. Η μακροχρόνια χρήση αυτής της τοξικής αλοιφής κατέστρεφε σταδιακά το πρόσωπο και προκαλούσε ανεπανόρθωτες βλάβες στο δέρμα. Επίσης, πολλές γυναίκες υφίσταντο οικειοθελώς μερική αφαίμαξη, μέχρις ότου η επιδερμίδα τους να γίνει χλωμή σε επιθυμητό βαθμό. Αυτή η εξαιρετικά ανθυγιεινή μέθοδος πραγματοποιείτο συνήθως τοποθετώντας βδέλλες σε αρκετά σημεία του σώματος. Τον 18ο αιώνα, οι γυναίκες που πετύχαιναν την επιθυμητή χλωμάδα, τόνιζαν τις φλέβες τους με μπλε μολύβι, ώστε το δέρμα τους να φαίνεται ακόμα πιο λευκό.
Από το 1300 περίπου και μέχρι την Αναγέννηση, το μεγάλο γυναικείο μέτωπο ήταν δείγμα ομορφιάς και ερωτισμού στην Ευρώπη. Οι κοπέλες έβγαζαν όλες τις τρίχες των μαλλιών τους από το μπροστινό τμήμα του κεφαλιού, φθάνοντας πολλές φορές ως την κορυφή του. Με αυτόν τον τρόπο ήθελαν να δώσουν ένα μακρόστενο σχήμα στο πρόσωπό τους, όπως πρόσταζε η μόδα της εποχής. Για να τονίσουν ακόμα περισσότερο το κούτελό τους, οι γυναίκες έβγαζαν επίσης τις βλεφαρίδες τους και σχεδόν όλες τις τρίχες από τα φρύδια τους, αφήνοντας μόνο μια ανεπαίσθητη γραμμή πάνω από κάθε μάτι.
Ο 18ος αιώνας δεν ήταν ευνοϊκή περίοδος ούτε για τις ξανθιές, ούτε για τις μελαχρινές στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής, τα μαλλιά των γυναικών έπρεπε να είναι λευκά ή έστω γκρίζα και να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερο όγκο γίνεται. Για τον λόγο αυτό κατασκευάζονταν περούκες τεραστίων διαστάσεων και κατάλληλου χρώματος, προοριζόμενες κυρίως για την αριστοκρατία, καθώς το κόστος τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Οι φτωχότερες γυναίκες αναγκάζονταν απλώς να περιοριστούν στη χρήση λευκής πούδρας μαλλιών. Οι τεράστιες άσπρες ή γκρίζες περούκες ήταν συνήθως ιδιαίτερα περίτεχνες και φορτωμένες με διάφορα διακοσμητικά αντικείμενα, όπως κορδέλες, δαντέλλες, φτερά, γιρλάντες από λουλούδια, απομιμήσεις φρούτων ή ακόμα και μοντέλα πλοίων υπό κλίμακα! Ο μεγάλος όγκος και το βάρος αυτής της μάζας τεχνητών μαλλιών και στολιδιών, προκαλούσε δυσκολίες στην κίνηση του κεφαλιού αλλά και του υπόλοιπου σώματος γενικότερα. Τα προβλήματα όμως δε σταματούσαν εκεί. Οι τεράστιες περούκες κατασκευάζονταν συγκολλώντας με ζωικό λίπος τις ψεύτικες τρίχες γύρω από έναν ξύλινο σκελετό. Η πρακτική αυτή ήταν αποτελεσματική, αλλά παρουσίαζε και κάποια μειονεκτήματα. Το λίπος προσέλκυε ποντικούς και διάφορα έντομα τα οποία συχνά φώλιαζαν μέσα στις περούκες! Έτσι, οι κάτοχοί τους αναγκάζονταν να τις φυλάσσουν μέσα σε μικρά κλουβιά, όταν δεν τις φορούσαν.
Το κρουασάν είναι ένα δημοφιλές προϊόν ζύμης, που τα τελευταία χρόνια τείνει να πάρει τη θέση του σάντουιτς, στην κατηγορία του γρήγορου φαγητού.
Παρά το γαλλικό του όνομα (croissant=ημισέληνος), το κρουασάν έχει αυστριακή προέλευση και περιπετειώδη ιστορία, η οποία ξεκινά το 1683, όταν τα στρατεύματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πολιορκούν τη Βιέννη. Οι Τούρκοι κάνουν αρκετές προσπάθειες να καταλάβουν την πρωτεύουσα των Αψβούργων, αλλά όλες είναι αποτυχημένες. Αποφασίζουν τότε να σκάψουν μια υπόγεια σήραγγα, αλλά ο αρτοποιός Άνταμ Σπιλ, που εργάζεται στο υπόγειο του καταστήματός του, ακούει τον θόρυβο και ειδοποιεί τον στρατό.
Οι Τούρκοι αποτυγχάνουν για μια ακόμη φορά να γίνουν κύριοι της Βιέννης και οι αρτοποιοί γίνονται ήρωες. Για να γιορτάσουν τη νίκη, φτιάχνουν μια ζύμη σε σχήμα ημισελήνου, που ήταν το σύμβολο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και την ονομάζουν «Χέρνχεν» (Hörnchen). Το προϊόν αυτό γρήγορα κερδίζει τους Βιεννέζους και γίνεται μέρος του πρωϊνού τους.
Περί το 1837, κάνει την εμφάνισή του στο Παρίσι, από τον Βιεννέζο εκδότη Άουγκουστ Τσανγκ (1807-1888), ο οποίος ανοίγει ένα αρτοποιείο με βιεννέζικες λιχουδιές. Το «χέρνχεν» γίνεται «κρουασάν» από τους Γάλλους αρτοποιούς που τελειοποιούν την συνταγή του και παρουσιάζουν νέες ποικιλίες.
Το αφράτο καλοψημένο κρουασάν κεντρίζει το ενδιαφέρον των Γάλλων και γίνεται καθημερινή πρωϊνή συνήθεια. Τον 20ο αιώνα και μέσω της γαλλικής κουζίνας, θα διαδοθεί σταδιακά σ’ όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να θεωρείται πλέον γαλλικό προϊόν και να έχει ξεχαστεί η καταγωγή του.
Δείτε παρακάτω την αείμνηστη μεγάλη μας Ελληνίδα ηθοποιό Γεωργία Βασιλειάδου σε φωτογραφία από τα νεανικά της χρόνια, όταν ήταν μέλος της χορωδίας του Θεάτρου Ολύμπια στις αρχές της δεκαετίας του 20, πριν την ανακαλύψει η Μαρίκα Κοτοπούλη.
Η κατοπινή «άσχημη» του ελληνικού κινηματογράφου δείχνει ότι στην πραγματικότητα ήταν μια γοητευτική και όμορφη γυναίκα.
Κάποια μέρα στα χρόνια των μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών της είχε συναντηθεί με τον Φιλοποίμενα Φίνο ωραία ντυμένη, βαμμένη και χτενισμένη. Μόλις την είδε ο Φίνος της είπε: «Tί είναι αυτά που έβαλες Γεωργία, θες να με καταστρέψεις;». Είτε αστειευόταν, είτε όχι, εκείνη δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά περιποιημένη μπροστά του.
Μπορεί να το έχεις ξανακούσει ή να το έχεις φανταστεί, αλλά σου επιβεβαιώνουμε ότι τα ημερολόγια στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αρχαία Αθήνα διέφεραν από τα σημερινά. Κι αυτό γιατί το αρχαίο ελληνικό ημερολόγιο ήταν το λεγόμενο σέληνο-ηλιακό με μήνες που παρακολουθούσαν τις φάσεις της Σελήνης.
Επιπλέον, προσέθεταν έναν εμβόλιμο μήνα. Μάλιστα, κάθε ελληνική πόλη είχε τις δικές της ονομασίες για τους μήνες. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, όπως και άλλοι αρχαίοι λαοί, όπως είναι οι Βαβυλώνιοι και οι Κινέζοι, χρησιμοποιούσαν ένα ημερολόγιο που οι μήνες του ημερολογίου συμβάδιζαν με τους φυσικούς σεληνιακούς μήνες. Τα ονόματα των μηνών ήταν Εκατομβαιών, Μεταγειτνιών, Βοηδρομιών, Πυανεψιών, Μαιμακτηριών, Ποσειδεών, Γαμηλιών, Ανθεστηριών, Ελαφηβολιών, Μουνιχιών, Θαργηλιών, Σκιροφοριών. Ουσιαστικά αυτά τα ονόματα τα έπαιρναν από τις βασικές γιορτές που γίνονταν μέσα σε αυτή την περίοδο. Και επειδή ο κάθε σεληνιακός μήνας διαρκεί 29,5 μέρες, οι Αθηναίοι προσέθεταν κάθε 3 χρόνια έναν εμβόλιμο 13ο μήνα για να συμβαδίζουν οι μήνες με τις εποχές, ο οποίος ονομαζόταν Ποσειδεών Β'.
Επιπλέον, οι Αθηναίοι διαιρούσαν τα έτη τους με βάση τον αριθμό των φυλών που είχαν πάρει τα ονόματά τους από μυθικούς ήρωες. Οι 12 φυλές αντιστοιχούσαν σε 12 μήνες.
Με τους περισσότερους από εμάς να απολαμβάνουμε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο μια κούπα ζεστό καφέ ή μια μπάρα σοκολάτας και φυσικά να μην μπορούμε να αποχωριστούμε ποτέ τα αγαπημένα μας ρούχα, έχετε αναρωτηθεί ποτέ, ποιος ήταν ο εφευρέτης των πραγμάτων και αγαθών που σήμερα, πια, θεωρούμε δεδομένα για την καθημερινότητα και τη ζωή μας γενικότερα; Παρακάτω θα βρείτε τον τρόπο και από ποιον εφευρέθηκαν 3 πράγματα, ο καφές, η σοκολάτα και τα ρούχα και θα εκπλαγείτε με το πόσο παλιά χρονολογούνται.
1. Ρούχα
Η γενετική ανάλυση δείχνει ότι οι άνθρωποι μπορεί να φόρεσαν τα πρώτα ρούχα πριν από 170.000 χρόνια. Αρχαίες βελόνες ραψίματος από περίπου 15.000 έως 60.000 χρόνια πριν έχουν ανακαλυφθεί στη Σιβηρία, τη Νότια Αφρική, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Κίνα και τη Ρωσία, με τους επιστήμονες να εικάζουν ότι πιθανότατα χρησιμοποιήθηκαν από ανθρώπους για να ράβουν δέρματα ζώων εν είδει ρουχισμού.
2. Καφές
Η ιστορία του καφέ καλύπτεται από μυστήριο, με έναν ιδιαίτερα δημοφιλή θρύλο να θέλει έναν βοσκό, ονόματι Κάλντι, υπεύθυνο για την ανακάλυψή του. Σύμφωνα με αυτόν, λοιπόν, ο Κάλντι βρισκόταν στα δάση του καφέ, στο οροπέδιο της Αιθιοπίας, όταν παρατήρησε ότι οι κατσίκες του έγιναν πολύ πιο ενεργητικές, αφού τρώγανε μούρα από ένα συγκεκριμένο δέντρο. Ο Κάλντι διηγήθηκε στον ηγούμενο του τοπικού μοναστηριού πώς οι κατσίκες του δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ, αν προηγουμένως είχαν φάει τα συγκεκριμένα φρούτα. Ο τελευταίος έκανε ένα ποτό από τα μούρα και βίωσε μια παρόμοια εμπειρία. Το μοιράστηκε με τους άλλους μοναχούς και το μυστικό των ενεργειακών μούρων εξαπλώθηκε. Τελικά, η λέξη καφές έφτασε στην Αραβική Χερσόνησο, με τις σύγχρονες μεθόδους ψησίματος καφέ να προέρχονται από εκεί και να χρονολογούνται ήδη από τον 13ο αιώνα.
3. Σοκολάτα
Η σοκολάτα προέρχεται από φασόλια κακάο, τα οποία καλλιεργήθηκαν από τους αρχαίους Μάγια, τους Αζτέκους και τους Τολτέκους, στην περιοχή που παλαιότερα ήταν γνωστή ως Μεσοαμερική. Οι αρχαίοι θεώρησαν τη σοκολάτα ως δώρο από τους Θεούς και τη χρησιμοποιούσαν τόσο σε γιορτές, όσο και ως νομίσματα. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το πότε η σοκολάτα έφτασε στην Ευρώπη, ωστόσο μέχρι το 1500 αποτελούσε την αγαπημένη «δωροδοκία» των μελών του ισπανικού δικαστηρίου.
Το ClopYPastE blogυπήρξε κάποτε ένα από τα δημοφιλέστερα blog της ελληνικής μπλογκόσφαιρας σύμφωνα με την τότε υπηρεσία sync blogs καταλαμβάνοντας υψηλές θέσεις στην πρώτη κατοστάδα. Η υπηρεσία αυτή κατέτασσε τα 100 πιο δημοφιλή ελληνικά blog βάσει του αριθμού των link των post των πιο πρόσφατων 180 ημερών που οδηγούνταν προς αυτά από άλλα blog. Για τον σκοπό αυτό είχε δημιουργήσει μια βάση δεδομένων με όλα τα ελληνικά blog, τα οποία εντόπιζε στο διαδίκτυο είτε με τη βοήθεια τεχνολογιών αυτόματης ανεύρεσης, είτε με τη βοήθεια των φίλων και συνεργατών.
Η ιστορία του μπιλιάρδου ξεκινάει από πολύ παλιά και δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι το παιχνίδια έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα. Στην πολύχρονη ιστορία του το μπιλιάρδο σε όλες του τις παραλλαγές είναι ένα συναρπαστικό παιχνίδι που έχει παιχτεί από απλούς ανθρώπους του μόχθου, αριστοκράτες, τυχοδιώκτες, βασιλείς, προέδρους, πλούσιους και φτωχούς σε μια πορεία συνδεδεμένη στενά με την κοινωνική εξέλιξη των τελευταίων 500 χρόνων. Σαν τους πρώτους πρόγονους στην ιστορία του μπιλιάρδου μπορούμε να θεωρήσουμε τα παιχνίδια που παίζονταν σε χόρτο, όπου μπάλες χτυπιόνταν με ξύλινα ραβδιά και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στη βόρεια Ευρώπη και τη Γαλλία κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα. Το παιχνίδι εξελίχθηκε από υπαίθριο σε παιχνίδι εσωτερικών χώρων και άρχισε να παίζεται σε ξύλινα τραπέζια με πλαϊνά προστατευτικά τοιχώματα για να μην φεύγουν οι μπάλες και πράσινο ύφασμα, μάλλον σε ανάμνηση του χόρτου. Τις μπάλες τις έσπρωχναν παρά τις χτυπούσαν με ξύλινα ραβδιά που τα έλεγαν μασιές. Οι περισσότεροι όροι του μπιλιάρδου προέρχονται από τη γαλλική γλώσσα, όπως και ο όρος μπιλιάρδο που έχει προέρθει από τη λέξη μπάλα – μπαλάκι. Το μπιλιάρδο παρόλο που ήταν το αγαπημένο παιχνίδι ευγενών και βασιλιάδων ήταν αρκετά δημοφιλές και στον απλό λαό. Πληροφορίες για αυτά τα πρώτα χρόνια αντλούμε από διάφορες αναφορές για τις δραστηριότητες των ευγενών, αλλά και από συγγραφείς, όπως αυτή του Σαίξπηρ που αναφέρει το μπιλιάρδο στο έργο του Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Αυτή η αναφορά οδήγησε λανθασμένα κάποιους να πιστέψουν ότι το μπιλιάρδο ήταν ένα παιχνίδι γνωστό στην αρχαία Αίγυπτο. Το πιθανότερο είναι η αναφορά απλώς να αντανακλά το πόσο δημοφιλές ήταν το παιχνίδι στα χρόνια του Σαίξπηρ. Πηγή: billiardinfo.gr
Παρακολουθήστε παρακάτω ένα σπάνιο ντοκουμέντο με αποσπάσματα από εκπομπή του ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου) αφιερωμένη στον Μάρκο Βαμβακάρη. Στα βίντεο ο πατριάρχης του ρεμπέτικου τραγουδιού σε μεγάλη ηλικία πια ερμηνεύει κάποια από τα πιο όμορφα τραγούδια του (εν παραδείγματι «Φραγκοσυριανή», «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Άτακτη») με τη συνοδεία των γιων του (Στέλιου & Δομένικου Βαμβακάρη)...