Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή μας χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν να γίνουν σημαντικοί. Και ίσως γι' αυτό γίνονται. Δεν κάνουν θόρυβο. Δε μιλούν για όσα έχουν προσφέρει. Δε σου θυμίζουν τί έχουν κάνει για σένα. Δε ζητούν ανταλλάγματα. Απλώς είναι εκεί. Είναι εκεί όταν επιστρέφεις μετά από καιρό σ' έναν τόπο και ξέρεις ότι κάποιος θα χαρεί πραγματικά που σε βλέπει. Κάποιος θα σε αναζητήσει. Κάποιος θα σου πει «πάμε». Και θα πάτε. Σε μια ταβέρνα. Σ' ένα καφενείο για να δείτε ποδόσφαιρο. Σε μια διαδρομή χωρίς ιδιαίτερο προορισμό. Θα καθίσετε απέναντι, θα πείτε ιστορίες που μπορεί να έχετε ξαναπεί και, κάποια στιγμή, δύο ποτήρια με κρασί θα τσουγκρίσουν στο τραπέζι. Τότε όλα αυτά μοιάζουν συνηθισμένα. Δεν είναι όμως.
Υπάρχουν άνθρωποι που σε παίρνουν μαζί τους και στον δικό τους κόσμο. Ακόμη και στη θάλασσα. Και βρίσκεσαι κάποτε σ' ένα πλοίο, δίπλα σε έναν άνθρωπο που για χρόνια ταξίδευε, δούλευε, έφευγε και επέστρεφε. Εσύ τότε μπορεί απλώς να ζεις μια περιπέτεια. Πολλά χρόνια αργότερα καταλαβαίνεις ότι σου είχε χαρίσει μία ακόμη ανάμνηση. Από τις πολλές.
Υπάρχουν άνθρωποι που σε παίρνουν μαζί τους και στον δικό τους κόσμο. Ακόμη και στη θάλασσα. Και βρίσκεσαι κάποτε σ' ένα πλοίο, δίπλα σε έναν άνθρωπο που για χρόνια ταξίδευε, δούλευε, έφευγε και επέστρεφε. Εσύ τότε μπορεί απλώς να ζεις μια περιπέτεια. Πολλά χρόνια αργότερα καταλαβαίνεις ότι σου είχε χαρίσει μία ακόμη ανάμνηση. Από τις πολλές.
Γιατί τελικά τα μεγαλύτερα δώρα δεν είναι ποτέ αυτά που μπορούν να τυλιχτούν. Είναι ο χρόνος. Είναι η παρέα. Είναι η φροντίδα. Είναι εκείνο το αίσθημα ότι υπάρχει κάπου μια θέση και για σένα. Ότι μπορείς να πεις οτιδήποτε χωρίς να φοβάσαι ότι θα σε μαλώσουν ή θα σε κρίνουν.
Υπάρχουν άνθρωποι στους οποίους μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα και, όταν τελειώνει η κουβέντα, να αισθάνεσαι λίγο καλύτερα. Μια διέξοδος. Και ίσως το πιο παράξενο με αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι δεν αντιλαμβάνεσαι πως αποτελούν διέξοδο όσο τους έχεις. Το καταλαβαίνεις όταν ξαφνικά δεν ξέρεις πια πού να πας για να τους βρεις.
Μερικοί άνθρωποι, όμως, παραμένουν ίδιοι μέχρι το τέλος. Ακόμη και όταν το σώμα αρχίζει να τους εγκαταλείπει.
- Έφαγες;
- Ναι.
Κι ας μην είχαν φάει.
- Περπάτησες;
- Ναι.
Κι ας μην είχαν σηκωθεί από το κρεβάτι.
Σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Σαν να ήταν σημαντικότερο να μη στενοχωρηθεί ο άνθρωπος που ρωτούσε από το να περιγράψουν αυτό που πραγματικά περνούσαν. Και μπορεί να πας να τους δεις στο νοσοκομείο, πιστεύοντας ότι αυτή τη φορά εσύ πηγαίνεις για να νοιαστείς για εκείνους.
Και πάλι εκείνοι θα νοιαστούν για σένα. Θα κοιτάξουν την ώρα. Θα σου πουν να φύγεις. Να προλάβεις τον ηλεκτρικό. Μια τόσο μικρή κουβέντα. Κι όμως, μέσα της μπορεί να χωρέσει ολόκληρος ένας άνθρωπος. Γιατί ακόμη και από ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, με τις δυνάμεις τους να λιγοστεύουν, εξακολουθούν να σκέφτονται μήπως ταλαιπωρηθεί κάποιος άλλος. Ίσως κάποιοι άνθρωποι να έχουν μάθει τόσο καλά να δίνουν, ώστε να μην ξέρουν άλλον τρόπο να υπάρχουν. Μέχρι το τέλος.
Και ύστερα έρχεται εκείνη η στιγμή που πρέπει να συνηθίσεις μια πραγματικότητα που δε μοιάζει ακόμη πραγματική. Ότι την επόμενη φορά που θα επιστρέψεις, κάτι θα λείπει. Δεν θα είναι μόνο ένας άνθρωπος. Θα λείπει μια ολόκληρη μικρή καθημερινότητα. Η ταβέρνα δε θα είναι ακριβώς η ίδια. Το καφενείο δε θα είναι ακριβώς το ίδιο. Ένας ποδοσφαιρικός αγώνας μπορεί να φέρει ξαφνικά μια ανάμνηση. Η θάλασσα μπορεί να φέρει μια άλλη.
Και κάποια στιγμή θα βρεθεί μπροστά σου ένα ποτήρι κρασί. Μόνο που αυτή τη φορά ίσως να μην υπάρχει απέναντι το άλλο ποτήρι για να το τσουγκρίσεις.
Αυτό είναι που δεν σου εξηγεί κανείς για την απώλεια. Δεν χάνεις μόνο έναν άνθρωπο. Χάνεις και όλες εκείνες τις μικρές εκδοχές του εαυτού σου που υπήρχαν μόνο όταν ήσουν μαζί του. Χάνεις τον άνθρωπο στον οποίο θα έλεγες κάτι. Τον άνθρωπο που θα έψαχνες όταν επέστρεφες. Την παρέα σου. Μια διέξοδό σου. Και τότε αρχίζεις να μετράς διαφορετικά όσα άφησε πίσω του. Όχι με πράγματα. Με στιγμές. Μια διαδρομή. Ένα ταξίδι. Ένα τραπέζι. Έναν αγώνα. Μια κουβέντα. Ένα «πάμε». Ένα «καλά είμαι». Ένα «φύγε, να προλάβεις τον ηλεκτρικό». Και ένα ποτήρι που κάποτε ακούμπησε πάνω σ' ένα άλλο.
Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα σπουδαιότερα πράγματα που μπορεί να πετύχει ένας άνθρωπος στη ζωή του: όταν φύγει, εκείνοι που τον γνώρισαν να ψάχνουν κάτι κακό να θυμηθούν γι' αυτόν και να δυσκολεύονται να το βρουν. Να θυμούνται έναν άνθρωπο πράο. Δοτικό. Προστατευτικό. Έναν άνθρωπο που αγαπούσε χωρίς να το διαφημίζει. Και που, ακόμη και όταν τα πράγματα έγιναν δύσκολα, συνέχισε να λέει στους άλλους, με τον δικό του τρόπο: «Μην ανησυχείτε για μένα».
Οι άνθρωποι αυτοί κάποτε φεύγουν. Αφήνουν, όμως, πίσω τους θέσεις που δε γεμίζουν. Και ίσως, χρόνια αργότερα, σε μια γνώριμη ταβέρνα, σε κάποιο καφενείο την ώρα ενός αγώνα ή κοιτάζοντας κάπου τη θάλασσα, μια ανάμνηση να επιστρέψει χωρίς προειδοποίηση. Και για λίγα δευτερόλεπτα να είναι πάλι όλα όπως παλιά. Να είναι εκεί. Να χαμογελά. Και δύο ποτήρια να τσουγκρίζουν ξανά.
Κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους είχαν ακόμη μια μικρή συνήθεια: Διάβαζαν όσα έγραφες. Μπορεί να μη σχολίαζαν, μπορεί να μη σου έλεγαν πολλά γι' αυτά, αλλά ήξερες ότι κάπου, στην άλλη πλευρά μιας οθόνης, υπήρχε ένας γνώριμος άνθρωπος που θα περνούσε από τις λέξεις σου. Κι αυτό έκανε, χωρίς να το καταλαβαίνεις τότε, ακόμη και τη γραφή λίγο διαφορετική.
Κάποτε, όμως, υπάρχει κι ένα κείμενο που γράφεται για έναν τέτοιο άνθρωπο και είναι το μοναδικό που φαινομενικά δε θα διαβάσει ποτέ. Ίσως, όμως, να είναι και εκείνο που περισσότερο απ' όλα θα ήθελες να είχε διαβάσει.
Μερικοί άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή. Από τη δική μας, όμως, δε φεύγουν ποτέ.
Μερικοί άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή. Από τη δική μας, όμως, δε φεύγουν ποτέ.









0 comments
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλώ, τα σχόλιά σας να μην περιέχουν βωμολοχίες, να μην είναι γραμμένα σε greeklish και με κεφαλαία γράμματα και να μην περιέχουν οποιοδήποτε διαφημιστικό περιεχόμενο. Σε διαφορετική περίπτωση δε θα δημοσιεύονται. Για οποιαδήποτε απορία ανατρέξτε στους όρους χρήσης του ιστολογίου.